καταγωγή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταγωγή καταγωγές
γενική καταγωγής καταγωγών
αιτιατική καταγωγή καταγωγές
κλητική καταγωγή καταγωγές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταγωγή < αρχαία ελληνική καταγωγή < κατάγω < κατά + ἄγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ta.ɣɔ.ˈʝi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταγωγή θηλυκό

  1. η προέλευση της οικογένειας ενός ατόμου, οι πρόγονοί του ή ο τόπος από τον οποίο κατάγεται
  2. (κατ’ επέκταση) εθνικότητα
  3. (γενικότερα) η αρχική προέλευση, η αρχική μορφή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καταγωγή καταγωγά καταγωγαί
Γενική καταγωγῆς καταγωγαῖν καταγωγῶν
Δοτική καταγωγ καταγωγαῖν καταγωγαῖς
Αιτιατική καταγωγήν καταγωγά καταγωγάς
Κλητική καταγωγή καταγωγά καταγωγαί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καταγωγή < κατάγω < κατά + ἄγω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καταγωγή θηλυκό

  1. κατάβαση
  2. (ναυτικός όρος) ελλιμενισμός, προσέγγιση στο λιμάνι
  3. (συνεκδοχικά) το λιμάνι
  4. η κατάβαση ενός ποταμού, η πλεύση προς το ρεύμα του ποταμού
  5. η πτώση των νερών σ’ έναν καταρράκτη, η κοίτη ενός καταρράκτη
  6. κατάλυμα, διαμονή, πανδοχείο
  7. επιστροφή από εξορία
  8. επαναφορά
  9. τέντωμα
  10. καταγωγή, γενεαλογία