καταγωγή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καταγωγή | καταγωγές |
| γενική | καταγωγής | καταγωγών |
| αιτιατική | καταγωγή | καταγωγές |
| κλητική | καταγωγή | καταγωγές |
Ετυμολογία [
]
- καταγωγή < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
καταγωγή θηλυκό
Μεταφράσεις [
]
καταγωγή