καταιγίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταιγίδα καταιγίδες
γενική καταιγίδας καταιγίδων
αιτιατική καταιγίδα καταιγίδες
κλητική καταιγίδα καταιγίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταιγίδα < αρχαία ελληνική καταιγίς < κατ(α)- + αἰγίς
Η σημασία της λέξης προέρχεται από την ασπίδα του Δία, που παριστανόταν ως αιγίδα, ένα χιτώνα από δέρμα κατσίκας, και πιστευόταν ότι, όταν την έσειε δυνατά, προκαλούσε θύελλα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.tɛ.ˈʝi.ða/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καταιγίδα

  1. πολύ δυνατή βροχή που συνοδεύεται από αστραπές, κεραυνούς και ισχυρούς ανέμους
  2. (μεταφορικά) έντονη αναστάτωση που επέρχεται με ορμητικότητα σαν θύελλα
    καταιγίδα αντιδράσεων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]