καταπιάνομαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- καταπιάνομαι < παθ. φωνή του καταπιάνω που είναι αδόκιμο < κατά + πιάνω < πιθανά από το αρχ. πιάζω και πιέζω
[
]
Ρήμα
καταπιάνομαι
- ασχολούμαι εντατικά με κάτι, αφοσιώνομαι
- καταπιάστηκαν αρκετοί με το βικιλεξικό και προχώρησε
[
]
Μεταφράσεις
καταπιάνομαι