[
]
Κλίση
|
απρόσωπες εγκλίσεις
|
| απαρέμφατο (αόριστος) |
καταπολεμήσει
|
| μετοχή (ενεστώτας) |
καταπολεμώντας
|
|
προσωπικές εγκλίσεις
|
| πρόσωπο |
ενικός |
πληθυντικός |
| πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
πρώτο |
δεύτερο |
τρίτο |
| οριστική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
καταπολεμώ, καταπολεμάω |
καταπολεμάς |
καταπολεμά, καταπολεμάει |
καταπολεμούμε, καταπολεμάμε |
καταπολεμάτε |
καταπολεμούν, καταπολεμάν(ε) |
| παρατατικός |
καταπολεμούσα |
καταπολεμούσες |
καταπολεμούσε |
καταπολεμούσαμε |
καταπολεμούσατε |
καταπολεμούσαν(ε) |
| αόριστος |
καταπολέμησα |
καταπολέμησες |
καταπολέμησε |
καταπολεμήσαμε |
καταπολεμήσατε |
καταπολέμησαν (καταπολεμήσανε) |
περιφραστικοί
χρόνοι |
εξακολουθητικός
μέλλοντας |
θα καταπολεμώ, καταπολεμάω |
θα καταπολεμάς |
θα καταπολεμά, καταπολεμάει |
θα καταπολεμούμε, καταπολεμάμε |
θα καταπολεμάτε |
θα καταπολεμούν, καταπολεμάν(ε) |
στιγμιαίος
μέλλοντας |
θα καταπολεμήσω |
θα καταπολεμήσεις |
θα καταπολεμήσει |
θα καταπολεμήσουμε |
θα καταπολεμήσετε |
θα καταπολεμήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
έχω καταπολεμήσει |
έχεις καταπολεμήσει |
έχει καταπολεμήσει |
έχουμε καταπολεμήσει |
έχετε καταπολεμήσει |
έχουν καταπολεμήσει |
| παρακείμενος β' |
έχω καταπολεμημένο |
έχεις καταπολεμημένο |
έχει καταπολεμημένο |
έχουμε καταπολεμημένο |
έχετε καταπολεμημένο |
έχουν καταπολεμημένο |
| υπερσυντέλικος α' |
είχα καταπολεμήσει |
είχες καταπολεμήσει |
είχε καταπολεμήσει |
είχαμε καταπολεμήσει |
είχατε καταπολεμήσει |
είχαν καταπολεμήσει |
| υπερσυντέλικος β' |
είχα καταπολεμημένο |
είχες καταπολεμημένο |
είχε καταπολεμημένο |
είχαμε καταπολεμημένο |
είχατε καταπολεμημένο |
είχαν καταπολεμημένο |
συντελεσμένος
μέλλοντας α' |
θα έχω καταπολεμήσει |
θα έχεις καταπολεμήσει |
θα έχει καταπολεμήσει |
θα έχουμε καταπολεμήσει |
θα έχετε καταπολεμήσει |
θα έχουν καταπολεμήσει |
συντελεσμένος
μέλλοντας β' |
θα έχω καταπολεμημένο |
θα έχεις καταπολεμημένο |
θα έχει καταπολεμημένο |
θα έχουμε καταπολεμημένο |
θα έχετε καταπολεμημένο |
θα έχουν καταπολεμημένο |
| υποτακτική |
εγώ |
εσύ |
αυτός |
εμείς |
εσείς |
αυτοί |
περιφραστικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
να καταπολεμώ, καταπολεμάω |
να καταπολεμάς |
να καταπολεμά, καταπολεμάει |
να καταπολεμούμε, καταπολεμάμε |
να καταπολεμάτε |
να καταπολεμούν, καταπολεμάν(ε) |
| αόριστος |
να καταπολεμήσω |
να καταπολεμήσεις |
να καταπολεμήσει |
να καταπολεμήσουμε |
να καταπολεμήσετε |
να καταπολεμήσουν(ε) |
| παρακείμενος α' |
να έχω καταπολεμήσει |
να έχεις καταπολεμήσει |
να έχει καταπολεμήσει |
να έχουμε καταπολεμήσει |
να έχετε καταπολεμήσει |
να έχουν καταπολεμήσει |
| παρακείμενος β' |
να έχω καταπολεμημένο |
να έχεις καταπολεμημένο |
να έχει καταπολεμημένο |
να έχουμε καταπολεμημένο |
να έχετε καταπολεμημένο |
να έχουν καταπολεμημένο |
| προστακτική |
- |
(εσύ) |
- |
- |
(εσείς) |
- |
μονολεκτικοί
χρόνοι |
ενεστώτας |
|
καταπολέμα |
|
|
καταπολεμάτε |
|
| αόριστος |
|
καταπολέμησε |
|
|
καταπολεμήστε |
|
|
- καταπολεμώ < κατα + πολεμώ
- ΔΦΑ : /ka.ta.pɔ.lɛ.ˈmɔ/
καταπολεμώ και καταπολεμάω
- εξουδετερώνω κάποιον ή κάτι επικίνδυνο, αντιμετωπίζοντάς το(ν) με δραστικό τρόπο
- η κυβέρνηση αγωνίζεται να καταπολεμήσει την κερδοσκοπία
[
]
Συγγενικές λέξεις