κατασκευάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατασκευάζω < κατά + σκευάζω

Open book 01.svg Ρήμα[]

κατασκευάζω

  1. δημιουργώ, φτιάχνω κάτι
  2. (μεταφορικά) τεχνάζομαι, επινοώ
    κατασκεύασε αυτή την ιστορία για να τον ξεγελάσει

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]