καταυλισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | καταυλισμός | καταυλισμοί |
| γενική | καταυλισμού | καταυλισμών |
| αιτιατική | καταυλισμό | καταυλισμούς |
| κλητική | καταυλισμέ | καταυλισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- καταυλισμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.tav.li.ˈzmɔs/
[
]
Ουσιαστικό
καταυλισμός αρσενικό