καταφύγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καταφύγιο καταφύγια
γενική καταφυγίου
& καταφύγιου
καταφυγίων
& καταφύγιων
αιτιατική καταφύγιο καταφύγια
κλητική καταφύγιο καταφύγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καταφύγιο < αρχαία ελληνική καταφύγιον < αρχαία ελληνική καταφυγή ή κατά και φίξιον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καταφύγιο

  • εκεί που κάποιος νιώθει προστατευμένος από κάτι εχθρικό

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]