κατειλημμένος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κατειλημμένος < μετοχή παρακειμένου του καταλαμβάνομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ka.ti.lim.ˈmɛ.nɔs/

Open book 01.svg Μετοχή[]

κατειλημμένος, -η, -ο

  1. που έχει καταληφθεί ή δεσμευτεί
    Ο θάλαμος του ανελκυστήρα είναι κατειλημμένος
  2. που είναι κρατημένος, ρεζερβέ

32πχ Μεταφράσεις[]