κατεστημένο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κατεστημένο | κατεστημένα |
| γενική | κατεστημένου | κατεστημένων |
| αιτιατική | κατεστημένο | κατεστημένα |
| κλητική | κατεστημένο | κατεστημένα |
[
]
Ετυμολογία
- κατεστημένο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κατεστημένο ουδέτερο
- Σύστημα είτε οικονομικό, είτε πολιτικό, είτε πολιτιστικό που παγιώνεται είτε λόγω νωθρότητας ή συνδέεται με συμφέροντα παραγώντων