κατηγορούμενο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κατηγορούμενο | κατηγορούμενα |
| γενική | κατηγορουμένου | κατηγορουμένων |
| αιτιατική | κατηγορούμενο | κατηγορούμενα |
| κλητική | κατηγορούμενο | κατηγορούμενα |
[
]
Ετυμολογία
- κατηγορούμενο < αρχαία ελληνική κατηγορούμενον, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος κατηγοροῦμαι
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κατηγορούμενο ουδέτερο
- ο όρος της πρότασης που αποδίδει μια ιδιότητα στο υποκείμενο ή το αντικείμενο διά του ρήματος
- Ο Γιώργος είναι πονηρός - Το κατηγορούμενο του υποκειμένου είναι το επίθετο πονηρός
- Ο Νίκος έγινε καπνός - Το κατηγορούμενο του υποκειμένου είναι το ουσιαστικό καπνός
- Το δικαστήριο κήρυξε την απεργία παράνομη - Το κατηγορούμενο του αντικειμένου είναι το επίθετο παράνομη
[
]
[
]
Μεταφράσεις
κατηγορούμενο