κατσαδιάζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κατσαδιάζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
κατσαδιάζω
- μαλώνω, επιπλήττω
- Με κατσάδιασε επειδή έπαιζα με το κινητό την ώρα του μαθήματος
[
]
Μεταφράσεις [
]
κατσαδιάζω