κατσικόδρομος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
κατσικόδρομος αρσενικό
- απόκρημνο, στενό, ανηφορικό μονοπάτι