κατώφλι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κατώφλι | κατώφλια |
| γενική | κατωφλιού | κατωφλιών |
| αιτιατική | κατώφλι | κατώφλια |
| κλητική | κατώφλι | κατώφλια |
[
]
Ετυμολογία
- κατώφλι < μεσαιωνική ελληνική κατώφλιον < κάτω + -φλιον < αρχαία ελληνική φλιά
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ka.ˈtɔ.fli/
[
]
Ουσιαστικό
κατώφλι ουδέτερο
- ξύλινη ή πέτρινη πλάκα που ενώνει, στο κάτω μέρος, τις κατακόρυφες πλευρές της πόρτας
- δεν έχω διαβεί ποτέ το κατώφλι του
- το σημείο που αρχίζει κάτι
- το κατώφλι του θανάτου