καυστικό
Από Βικιλεξικό
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Κλιτή μορφή επιθέτου
καυστικό
- καυστικός, στην αιτιατική του ενικού
- ουδέτερο του καυστικός, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού