καύλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καύλα καύλες
γενική καύλας
αιτιατική καύλα καύλες
κλητική καύλα καύλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈkav.la/

ή και

ΔΦΑ : /ˈgav.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καύλα θηλυκό (χυδαίο)

  1. κορυφαίο σημείο της σεξουαλικής ευχαρίστησης
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: οργασμός
  2. έντονη στύση, σεξουαλική διέγερση
    Εχθές το βράδυ είχα μία τρελή καύλα. Αυνανίστηκα τρείς φορές πριν κοιμηθώ.
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: σηκωμάρα
  3. προκλητική γυναικεία (ή ανδρική) παρουσία ή γενικότερα οτιδήποτε προκαλεί έντονη (σεξουαλική) διάθεση.
    Η γραμματέας μου είναι σκέτη καύλα, φοράει κάτι μίνι φούστες, έχει και μεγάλο στήθος
    Είδες το απίστευτο τέρμα που σημείωσε ο Φρατζέσκος στον αγώνα με τον Ολυμπιακό; Ήταν καύλα!

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]