κβάντωση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Προφορά
- ΔΦΑ : /ˈkva.ndɔ.si/
Ουσιαστικό
κβάντωση θηλυκό
- η διακριτοποίηση των τιμών ενός φυσικού μεγέθους, ένα γεγονός ευρέως παρατηρούμενο στο μικρόκοσμο
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
- κβάντωση στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
|
|