κείμαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κείμαι < αρχαία ελληνική κεῖμαι
[
]
Ρήμα
κείμαι
- βρίσκομαι
- είμαι ξαπλωμένος (άρρωστος ή νεκρός)