κελί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

2007 03 Old Noblesville jail-once home to Charles Manson.jpg
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κελί κελιά
γενική κελιού κελιών
αιτιατική κελί κελιά
κλητική κελί κελιά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κελί < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κελί ουδέτερο

  1. μικρό δωμάτιο στη φυλακή ή στο κρατητήριο μέσα στο οποίο κρατούνται οι φυλακισμένοι
    τον κρατούσαν σε κελί τόσο στενό που δεν μπορούσε να ξαπλώσει
  2. μικρό δωμάτιο σε μονή στο οποίο μένει ο μοναχός
  3. (πληροφορική) τμήμα μιας γραμμής ή μιας στήλης ενός πίνακα
    το τρίτο κελί της 5 γραμμής έχει ορθογραφικό λάθος

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες