κενών
Από Βικιλεξικό
Ελληνικά (el) [
]
Κλιτή μορφή επιθέτου [
]
κενών
- κενός, στη γενική του πληθυντικού
- κενή, στη γενική του πληθυντικού
- κενό, στη γενική του πληθυντικού