κερί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερί κεριά
γενική κεριού κεριών
αιτιατική κερί κεριά
κλητική κερί κεριά

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κερί < μεσαιωνική ελληνική κερίν < κηρίον < αρχαία ελληνική κηρός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κερί ουδέτερο

  1. ουσία που εκκρίνουν οι μέλισσες και με την οποία φτιάχνουν την κερήθρα τους
  2. επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτισμού
    αρωματικά κεριά, άναψα ένα κερί στον άγιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγιοκέρι, λαμπάδα
  3. κιτρινωπή ουσία που εκκρίνεται από τα αφτιά

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες