κερί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κερί κεριά
γενική κεριού κεριών
αιτιατική κερί κεριά
κλητική κερί κεριά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κερί < μεσαιωνική ελληνική κερίν < κηρίον < αρχαία ελληνική κηρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κερί ουδέτερο

  1. ουσία που εκκρίνουν οι μέλισσες και με την οποία φτιάχνουν την κερήθρα τους
  2. επίμηκες κυλινδρικό αντικείμενο από κερί (ή παραφίνη) που έχει ενσωματωμένο ένα νήμα (φιτίλι) και χρησιμεύει ως πηγή φωτισμού
    αρωματικά κεριά, άναψα ένα κερί στον άγιο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγιοκέρι, λαμπάδα
  3. κιτρινωπή ουσία που εκκρίνεται από τα αφτιά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]