κεραία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κεραία | κεραίες |
| γενική | κεραίας | κεραιών |
| αιτιατική | κεραία | κεραίες |
| κλητική | κεραία | κεραίες |
[
]
Ετυμολογία
- κεραία < αρχαία ελληνική κεραία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κεραία θηλυκό
- λεπτό σαν τρίχα αισθητήριο όργανο ορισμένων εντόμων που προεξέχει από το κεφάλι τους
- (μεταφορικά στον πληθυντικό) η ικανότητα να συλλαμβάνει κάποιος τα υπόδηλα μηνύματα άλλων ανθρώπων, του περιβάλλοντος, της εποχής κ.λπ.
-
- άνθρωπος με ευαίσθητες κεραίες
-
- (τεχνολογία) μεταλλικός ιστός που προσαρτάται σε συσκευές ή τοποθετείται σε κτήρια και υψώματα με σκοπό την εκπομπή ή λήψη ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών, τηλεφωνικών κλπ σημάτων
- (ναυτικός όρος) κυλινδρικό ξύλο μεγάλου μήκους που τοποθετείται κάθετα στα κατάρτια και αναρτώνται σε αυτό τα πανιά ή σημαίες και σήματα
- γραπτό σημείο με τη μορφή οριζόντιας γραμμής (παύλα) που χρησιμοποιείται στην αρχή των περιόδων ενός διαλόγου ή στην αρχή και το τέλος παρενθετικού λόγου
[
] Εκφράσεις
- μέχρι κεραίας : (κάνω κάτι) με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
- κεραία < κέρας
[
]
Ουσιαστικό
κεραία θηλυκό