κεραία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεραία κεραίες
γενική κεραίας κεραιών
αιτιατική κεραία κεραίες
κλητική κεραία κεραίες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κεραία < αρχαία ελληνική κεραία
κεραία μαύρης μύγας (1)
παραβολική κεραία (3)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /cɛ.ˈɾɛ.a/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κεραία θηλυκό

  1. λεπτό σαν τρίχα αισθητήριο όργανο ορισμένων εντόμων που προεξέχει από το κεφάλι τους
  2. (μεταφορικά στον πληθυντικό) η ικανότητα να συλλαμβάνει κάποιος τα υπόδηλα μηνύματα άλλων ανθρώπων, του περιβάλλοντος, της εποχής κ.λπ.
    άνθρωπος με ευαίσθητες κεραίες
  3. (τεχνολογία) μεταλλικός ιστός που προσαρτάται σε συσκευές ή τοποθετείται σε κτήρια και υψώματα με σκοπό την εκπομπή ή λήψη ραδιοφωνικών, τηλεοπτικών, τηλεφωνικών κλπ σημάτων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αντένα
  4. (ναυτικός όρος) κυλινδρικό ξύλο μεγάλου μήκους που τοποθετείται κάθετα στα κατάρτια και αναρτώνται σε αυτό τα πανιά ή σημαίες και σήματα
  5. γραπτό σημείο με τη μορφή οριζόντιας γραμμής (παύλα) που χρησιμοποιείται στην αρχή των περιόδων ενός διαλόγου ή στην αρχή και το τέλος παρενθετικού λόγου

[] Εκφράσεις

  • μέχρι κεραίας : (κάνω κάτι) με μεγάλη προσοχή και ακρίβεια

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις



[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κεραία < κέρας

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κεραία θηλυκό

  1. (ποιητικό) κερατοειδής απόληξη
    • σε κεφάλι ζώου, κέρατο
    • σε κεφάλι εντόμου, κεραία
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες