κερδίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κερδίζω < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ρήμα[]

κερδίζω, παρατ.: κέρδιζα, στιγμ. μέλλ.: θα κερδίσω, αόρ.: κέρδισα , μτχ.π.π.: κερδισμένος

  1. αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα
  2. έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα
  3. νικώ σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα
  4. αποκτώ κάτι μετά από προσπάθεια
    με πολύ αγώνα κέρδισε μια θέση στην εταιρεία

Εκφράσεις[]

  • κερδίζω τα προς το ζην: αποκτώ εργαζόμενος τα απαραίτητα χρήματα για να ζήσω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: κέρδος

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]