κερδίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κερδίζω < → Η ετυμολογία λείπει.
Ρήμα [
]
κερδίζω, παρατ.: κέρδιζα, στιγμ. μέλλ.: θα κερδίσω, αόρ.: κέρδισα , μτχ.π.π.: κερδισμένος
- αποκτώ κέρδος από οικονομική δραστηριότητα
- έχω μια επιτυχία σε λαχείο ή τυχερό παιχνίδι που μου αποφέρει χρήματα
- νικώ σε εκλογές ή αθλητικό αγώνα
- αποκτώ κάτι μετά από προσπάθεια
- με πολύ αγώνα κέρδισε μια θέση στην εταιρεία
Εκφράσεις [
]
- κερδίζω τα προς το ζην: αποκτώ εργαζόμενος τα απαραίτητα χρήματα για να ζήσω
[
]
- → δείτε τη λέξη: κέρδος