κεφαλάρι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κεφαλάρι | κεφαλάρια |
| γενική | κεφαλαριού | κεφαλαριών |
| αιτιατική | κεφαλάρι | κεφαλάρια |
| κλητική | κεφαλάρι | κεφαλάρια |
Ετυμολογία [
]
- κεφαλάρι < κεφάλι
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /cɛ.fa.ˈla.ɾi/
Ουσιαστικό [
]
κεφαλάρι ουδέτερο
- πηγή νερού με άφθονο νερό
- το πάνω μέρος του κρεβατιού
- (βιβλιοδεσία) πλεκτό επίθεμα στο πάνω και το κάτω μέρος της ράχης των δεμένων βιβλίων
Μεταφράσεις [
]
πηγή
το πάνω μέρος κρεβατιού