κεφαλαλγία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κεφαλαλγία | κεφαλαλγίες |
| γενική | κεφαλαλγίας | κεφαλαλγιών |
| αιτιατική | κεφαλαλγία | κεφαλαλγίες |
| κλητική | κεφαλαλγία | κεφαλαλγίες |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Ουσιαστικό
κεφαλαλγία θηλυκό
- (ιατρική) ο πόνος στο κεφάλι, πονοκέφαλος