κεφτές
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κεφτές | κεφτέδες |
| γενική | κεφτέ | κεφτέδων |
| αιτιατική | κεφτέ | κεφτέδες |
| κλητική | κεφτέ | κεφτέδες |
Ετυμολογία [
]
- κεφτές < τουρκική köfte < περσική kūfta کوفته
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
κεφτές αρσενικό (και κιοφτές, κεφτέδα, κεφτεδάκι)
- ένα κομμάτι κιμά ζυμωμένου με μυρωδικά και άλλα υλικά, που πλάθεται σε σφαιρικό σχήμα και τηγανίζεται