κεφτές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφτές κεφτέδες
γενική κεφτέ κεφτέδων
αιτιατική κεφτέ κεφτέδες
κλητική κεφτέ κεφτέδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κεφτές < τουρκική köfte < περσική kūfta کوفته

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /cε.ˈftεs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κεφτές αρσενικό (και κιοφτές, κεφτέδα, κεφτεδάκι)

  1. ένα κομμάτι κιμά ζυμωμένου με μυρωδικά και άλλα υλικά, που πλάθεται σε σφαιρικό σχήμα και τηγανίζεται

32πχ Μεταφράσεις[]