κεφτές

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κεφτές κεφτέδες
γενική κεφτέ κεφτέδων
αιτιατική κεφτέ κεφτέδες
κλητική κεφτέ κεφτέδες

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κεφτές < τουρκική köfte < περσική kūfta کوفته

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /cε.ˈftεs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

κεφτές αρσενικό (και κιοφτές, κεφτέδα, κεφτεδάκι)

  1. ένα κομμάτι κιμά ζυμωμένου με μυρωδικά και άλλα υλικά, που πλάθεται σε σφαιρικό σχήμα και τηγανίζεται

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες