κηλίδα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- κηλίδα < αρχαία ελληνική κηλίς
Ουσιαστικό
κηλίδα θηλυκό
- σημείο μιας επιφάνειας με διαφορετικό χρώμα από αυτήν
- βρόμικο σημείο, λεκές
- (μεταφορικά) μια κατακριτέα πράξη που κηλιδώνει ηθικά το βίο ενός ανθρώπου