κηρομπογιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κηρομπογιά | κηρομπογιές |
| γενική | κηρομπογιάς | κηρομπογιών |
| αιτιατική | κηρομπογιά | κηρομπογιές |
| κλητική | κηρομπογιά | κηρομπογιές |
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
κηρομπογιά θηλυκό