κηρύκειο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

κηρύκειο
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κηρύκειο κηρύκεια
γενική κηρυκείου κηρυκείων
αιτιατική κηρύκειο κηρύκεια
κλητική κηρύκειο κηρύκεια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κηρύκειο < αρχαία ελληνική κηρύκειον < κηρύττω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κηρύκειο ουδέτερο

  • το ραβδί που κρατούσαν οι κήρυκες και οι πρέσβεις, αλλά και το έμβλημα του θεού Ερμή
  • γενικότερα, στα χρόνια της αρχαιότητας, το σύμβολο της ομόνοιας και της παύσης των διαφορών, το οποίο αποτελούνταν από μια λεπτή ράβδο δάφνης ή ελιάς, με δύο μικρά φτερά και δύο φίδια που μάχονται το ένα αντίκρυ στο άλλο τυλιγμένα πάνω στη ράβδο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]