κηφήνας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κηφήνας | κηφήνες |
| γενική | κηφήνα | κηφήνων |
| αιτιατική | κηφήνα | κηφήνες |
| κλητική | κηφήνα | κηφήνες |
[
]
Ετυμολογία
- κηφήνας < αρχαία ελληνική κηφήν
[
]
Ουσιαστικό
κηφήνας αρσενικό
- η αρσενική μέλισσα που χρησιμοποιείται και χρησιμεύει μόνον για την αναπαραγωγή
- (μεταφορικά) κάθε τεμπέλης άνδρας που ζει εις βάρος των άλλων, παρασιτικά