κιλό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
κιλό' < γαλλική kilo-< χιλιό-< χίλια
Ουσιαστικό [
]
κιλό αρσενικό
- το χιλιόγραμμο, μονάδα μέτρησης της μάζας, που χρησιμοποιείται όμως στη καθημερινή ζωή ως μονάδα του βάρους