κιμάς
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κιμάς | κιμάδες |
| γενική | κιμά | κιμάδων |
| αιτιατική | κιμά | κιμάδες |
| κλητική | κιμά | κιμάδες |
[
]
Ετυμολογία
- κιμάς < τουρκική kıyma
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
κιμάς αρσενικό
- αλεσμένο κρέας, συνήθως βοδινό ή μοσχαρίσιο
[
]
Μεταφράσεις
κιμάς