κιονόκρανο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κιονόκρανο | κιονόκρανα |
| γενική | κιονόκρανου και κιονοκράνου |
κιονόκρανων και κιονοκράνων |
| αιτιατική | κιονόκρανο | κιονόκρανα |
| κλητική | κιονόκρανο | κιονόκρανα |
[
]
Ετυμολογία
- κιονόκρανο < αρχαία ελληνική κιονόκρανον < κίων + *κρᾶνον (> κρανίον)
[
]
Ουσιαστικό
κιονόκρανο ουδέτερο
- το ανώτερο τμήμα ενός κίονα που φέρει διακόσμηση και πάνω στο οποίο στηρίζεται το επιστύλιο
- δωρικό κιονόκρανο