κλάσμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κλάσμα | κλάσματα |
| γενική | κλάσματος | κλασμάτων |
| αιτιατική | κλάσμα | κλάσματα |
| κλητική | κλάσμα | κλάσματα |
Ετυμολογία [
]
- κλάσμα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
κλάσμα
- (μαθηματικά) τρόπος παράστασης της διαίρεσης δύο αριθμών με οριζόντια γραμμή που χωρίζει τον διαιρετέο από το διαιρέτη (στην προκειμένη περίπτωση ονομάζεται αριθμητής και παρονομαστής)
- γνήσιο, νόθο ή καταχρηστικό κλάσμα, ομώνυμα, ετερώνυμα κλάσματα
- τμήμα ενός συνόλου