κλάσμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλάσμα κλάσματα
γενική κλάσματος κλασμάτων
αιτιατική κλάσμα κλάσματα
κλητική κλάσμα κλάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλάσμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κλάσμα

  1. (μαθηματικά) τρόπος παράστασης της διαίρεσης δύο αριθμών με οριζόντια γραμμή που χωρίζει τον διαιρετέο από το διαιρέτη (στην προκειμένη περίπτωση ονομάζεται αριθμητής και παρονομαστής)
    γνήσιο, νόθο ή καταχρηστικό κλάσμα, ομώνυμα, ετερώνυμα κλάσματα
  2. τμήμα ενός συνόλου

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]