κλέβω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κλέβω < αρχαία ελληνική κλέπτω
[
]
Ρήμα
κλέβω
- αφαιρώ παράνομα ξένη περιουσία