κλέπτω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κλέπτω < αρχαία ελληνική κλέπτω

[] Open book 01.svg Ρήμα

κλέπτω

  1. κλέβω

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

κλέπτω < θέμα κλαπ κατά μετάπτωση του κλοπ <κατά ετεροίωση του κλεπ με πρόσφυμα τ < πιθανόν από πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα klep συγγενές ίσως με λατινικό clam (κρυφά) και celo (κρύβω)

[] Open book 01.svg Ρήμα

κλέπτω

  1. κλέβω και ληστεύω
  2. κρύβω κάτι από κάποιον (με γενική και αιτιατική)

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

  • κλωπεύω
  • λωποδυτῶ
  • λῃστεύω
  • λῄζομαι

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

  • ἐκκλέπτω
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας κλέπτω
Παρατατικός ἐκλεπτον
Μέλλοντας κλέψω και ως ενεργητικός κλέψομαι
Αόριστος ἔκλεψα
Παρακείμενος β΄ κέκλοφα
Υπερσυντέλικος -
Αρχικοί Χρόνοι
Ενεστώτας κλέπτομαι
Παρατατικός ἐκλεπτόμην
Μέλλοντας κλέψομαι και κλεφθήσομαι
Αόριστος Παθ. ἐκλέφθην και (β΄) ἐκλάπην
Παρακείμενος β΄ (διακέκλεπται)
Υπερσυντέλικος -





[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες