κλέφτης

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική κλέφτης κλέφτες
Γενική κλέφτη κλεφτών
Αιτιατική κλέφτη κλέφτες
Κλητική κλέφτη κλέφτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

αρχαία ελληνική κλέπτης

Open book 01.svg Ουσιαστικό

κλέφτης αρσενικό, κλέφτρα θηλυκό

  • που κλέβει χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία
τη νύχτα που κοιμόμουνα μπήκε κλέφτης στο σπίτι και έκλεψε όλα τα χρυσαφικά
  • (μεταφορικά) που πουλάει τα εμπορεύματά του σε απαράδεκτα υψηλές τιμές
μεγάλος κλέφτης, όλα τα πουλάει σε διπλή τιμή!
  • (ιστορία) μέλος ένοπλης ομάδας που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ζούσε στα βουνά και πολεμούσε τους Τούρκους
οι κλέφτες και οι αρματολοί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα


Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης


Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Άλλες γλώσσες