κλέφτης
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κλέφτης | κλέφτες |
| γενική | κλέφτη | κλεφτών |
| αιτιατική | κλέφτη | κλέφτες |
| κλητική | κλέφτη | κλέφτες |
[
]
Ετυμολογία
- κλέφτης < αρχαία ελληνική κλέπτης < κλώψ (ο κλέφτης)
[
]
Ουσιαστικό
κλέφτης αρσενικό, κλέφτρα θηλυκό
- που κλέβει χρήματα ή άλλα περιουσιακά στοιχεία
- τη νύχτα που κοιμόμουνα μπήκε κλέφτης στο σπίτι και έκλεψε όλα τα χρυσαφικά
- (μεταφορικά) που πουλάει τα εμπορεύματά του σε απαράδεκτα υψηλές τιμές
- μεγάλος κλέφτης, όλα τα πουλάει σε διπλή τιμή!
- (ιστορία) μέλος ένοπλης ομάδας που κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ζούσε στα βουνά και πολεμούσε τους Τούρκους
- οι κλέφτες και οι αρματολοί
[
]
Συνώνυμα
- απατεώνας
- ασπρορουχάς
- βούτας
- βουτηχτής
- διαρρήκτης
- καμπριολέρ
- ληστής
- μπουγαδάς
- παστρικοχέρης
- πορτοφολάς
- σούφρας
- χαραμής
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Δείτε επίσης
[
]
Μεταφράσεις
όποιος κλέβει