κλαρίνο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κλαρίνο κλαρίνα
γενική κλαρίνου κλαρίνων
αιτιατική κλαρίνο κλαρίνα
κλητική κλαρίνο κλαρίνα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλαρίνο < ιταλική clarino < claro < λατινική clarus < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kel- / *kle- (καλώ, φωνάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kla.ˈɾi.nɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κλαρίνο ουδέτερο

  1. επίμηκες σωληνωτό πνευστό ξύλινο μουσικό όργανο, που μοιάζει με φλογέρα, αλλά έχει πρόσθετα μεταλλικά κλειδιά επάνω στις τρύπες

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]

Εκφράσεις[]

  • στέκομαι κλαρίνο: στέκομαι εντελώς ακίνητος, στέκομαι προσοχή, δείχνοντας απόλυτη πειθαρχία μπροστά σε κάποιον ανώτερο ή σε κάποιον που φοβάμαι
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στέκομαι σούζα

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]

για γλώσσες που δεν χρησιμοποιούν διαφορετική λέξη δείτε: κλαρινέτο