κλείνω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κλείνω < αρχαία ελληνική κλείω
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
κλείνω, παρατ.: έκλεινα, στιγμ. μέλλ.: θα κλείσω, αόρ.: έκλεισα , παθ.φωνή: κλείνομαι , μτχ.π.π.: κλεισμένος
- (μεταβατικό) μετακινώ κάτι ώστε να εμποδίζει το πέρασμα από έναν χώρο σε έναν άλλο
- κλείνω την πόρτα, το παράθυρο
- (αμετάβατο) μετακινούμαι ώστε να μην υπάρχει πέρασμα
- η πόρτα έκλεισε
- (μεταβατικό) (για αισθητήρια όργανα) κάνω την απαραίτητη κίνηση ώστε να πάψει να λειτουργεί ένα αισθητήριο όργανο
- κλείνω το στόμα: ενώνω τις σιαγόνες
- κλείνω το στόμα κάποιου: (μεταφορικά) τον εμποδίζω να μιλήσει / του στερώ τα επιχειρήματα
- κλείνω τα μάτια
- μετακινώ τα βλέφαρα προς τα κάτω
- κοιμάμαι
- πεθαίνω
- (μεταφορικά) προσποιούμαι ότι δεν βλέπω μια πραγματικότητα
- κλείνω τ' αφτιά μου: (μεταφορικά) αρνούμαι να ακούσω κάτι
- κλείνω το στόμα: ενώνω τις σιαγόνες
- (μεταβατικό) (+ αιτιατική ονόματος που δηλώνει χώρο) εμποδίζω την πρόσβαση σε ένα χώρο
- θα πάω να κλείσω την αποθήκη
- κλείνω την ντουλάπα
- κλείνω το συρτάρι (ωθώντας το προς τα μέσα)
- το χιόνι έκλεισε τους δρόμους
- (αμετάβατο)
- ο δρόμος έκλεισε
- (μεταβατικό) (+ αιτιατική ονόματος που δηλώνει χώρο εξυπηρέτησης του κοινού) παύω να εργάζομαι και να εξυπηρετώ το κοινό
- τι ώρα θα κλείσεις το μαγαζί σου σήμερα;
- (μεταβατικό) (+ αιτιατική ονόματος που δηλώνει επιχείρηση) τερματίζω τη λειτουργία μιας επιχείρησης ή υποκαταστήματος
- η τράπεζα θα κλείσει το ένα από τα δύο υποκαταστήματά της στην πόλη
- (αμετάβατο)
- ακούστηκε ότι θα κλείσει το νέο σουπερμάρκετ
- (μεταβατικό) τερματίζω, ενεργώ έτσι ώστε να ολοκληρωθεί μια διαδικασία
- ο πρόεδρος έκλεισε τη συζήτηση για το περιβάλλον με την ομιλία του
- (αμετάβατο)
- το συνέδριο θα κλείσει με την ομιλία του Προέδρου
- (μεταβατικό) γυρίζω ένα διακόπτη ώστε να σταματήσει η ροή σε ένα δίκτυο
- κλείνω το διακόπτη, το φως, τη βρύση
- (μεταβατικό) (για ηλεκτρικές συσκευές) σταματώ τη λειτουργία
- κλείνω την τηλεόραση, τον υπολογιστή
- (αμετάβατο)
- ο υπολογιστής μου πάλι έκλεισε απροειδοποίητα
- (μεταβατικό) καλύπτω ένα κενό με μια μάζα υλικού, βουλώνω
- έκλεισε μερικές τρύπες στον τοίχο με στόκο
- (μεταβατικό) μαζεύω κάτι
- κλείνω τη βεντάλια
- κλείνω το χέρι μου (μαζεύοντας τα δάχτυλα)
- κλείνω τα πόδια μου, τα ενώνω
- (μεταβατικό) καλύπτω ένα άνοιγμα ώστε να κρύψω αυτό που βρίσκεται από κάτω ή μέσα
- (μεταβατικό) καλύπτω ένα δοχείο ή μπουκάλι με το σκέπασμά του
- (μεταβατικό) περιορίζω κάποιον / κάτι σε έναν κλειστό χώρο
- τον έκλεισαν στη φυλακή
- (μεταβατικό) κάνω κράτηση
- έκλεισα θέση στο θέατρο
- κλείνω αεροπορικά εισιτήρια
Αντώνυμα [
]
[
]
Κλίση [
]
Κλίση
|
|||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||