κλειδί
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κλειδί | κλειδιά |
| γενική | κλειδιού | κλειδιών |
| αιτιατική | κλειδί | κλειδιά |
| κλητική | κλειδί | κλειδιά |
Ετυμολογία [
]
- κλειδί < αρχαία ελληνική κλειδίον, υποκοριστικό του κλείς
Ουσιαστικό [
]
κλειδί ουδέτερο
- μικρό μεταλλικό αντικείμενο που ανοίγει ή κλείνει μια κλειδαριά σε πόρτα, συρτάρι, κλπ.
- κρίσιμο στοιχείο, πχ. για τη λύση ενός προβλήματος ή την κατανόηση μιας κατάστασης
- (πληροφορική) παράμετρος ενός αλγορίθμου για την κρυπτογράφηση ή αποκρυπτογράφηση μηνυμάτων
- εργαλείο για να βιδώνω και ξεβιδώνω βίδες ή εξαρτήματα μηχανισμών
- (μουσική) σημείο που γράφεται στην αρχή του πενταγράμμου και δείχνει τη γραμμή όπου γράφεται η ομώνυμη νότα
- το κλειδί του σολ σημειώνεται στη δεύτερη γραμμή