κλικ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κλικ < γαλλική clic < ηχομιμητική λέξη
[
]
Ουσιαστικό
κλικ ουδέτερο άκλιτο
- ήχος διακόπτη ή αντίστοιχος
- μονάδα μεταβολής σε μηχανισμούς
- πρέπει να πάει ακόμα τρία κλικ πιο πάνω
- η πίεση του ενός πλήκτρου σε ποντικι για υπολογιστές
- όταν λέμε διπλό κλικ πάντα εννοούμε το αριστερό γιατί σχεδόν κανένα πρόγραμμα δεν χρησιμοποιεί διπλό δεξί κλικ!
[
] Εκφράσεις
- μου κάνει κλικ: μου κεντρίζει το ενδιαφέρον
[
]
Μεταφράσεις
κλικ