κλούβιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική κλούβιος κλούβια κλούβιο
γενική κλούβιου κλούβιας κλούβιου
αιτιατική κλούβιο κλούβια κλούβιο
κλητική κλούβιε κλούβια κλούβιο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κλούβιοι κλούβιες κλούβια
γενική κλούβιων κλούβιων κλούβιων
αιτιατική κλούβιους κλούβιες κλούβια
κλητική κλούβιοι κλούβιες κλούβια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κλούβιος < ελληνιστική κοινή κλουβός < αρχαία ελληνική κλωβός (ή < σλαβική kûlvati)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /'klu.vios/

Open book 01.svg Επίθετο[]

κλούβιος, -α, -ο

  1. (για αβγά) που έχει μπαγιατέψει, που έχει χαλάσει
  2. (μεταφορικά) χαζός, ανόητος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]