κλωνοποιώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κλωνοποιώ < ουσιαστικό κλώνος + επίθημα -ποιώ < αγγλική to clone < μεσαιωνική ελληνική κλῶνος
[
]
Ρήμα
κλωνοποιώ
- δημιουργώ κλώνο, μέσω κλωνοποίησης