κνούτο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κνούτο κνούτα
γενική κνούτου κνούτων
αιτιατική κνούτο κνούτα
κλητική κνούτο κνούτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κνούτο < ρωσική, кнут

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

κνούτο ουδέτερο

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.

32πχ Μεταφράσεις[]