κοίλος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κοίλος < αρχαία ελληνική κοῖλος
Επίθετο [
]
κοίλος
- εσωτερικά κενός, κούφιος
- σκαμμένος προς τα μέσα
Δείτε επίσης [
]
- κυρτότητα στη Βικιπαίδεια
