κοιμάμαι
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κοιμάμαι < αρχαία ελληνική κοιμῶμαι
Προφορά [
]
Ρήμα [
]
κοιμάμαι και κοιμούμαι
- (για πρόσωπα και ζώα) είμαι σε κατάσταση στην οποία δεν έχω συνειδητές αντιδράσεις στα περισσότερα εξωτερικά ερεθίσματα, σε κατάσταση ύπνου
- (συνεκδοχικά) σταματώ να ζω
- (μεταφορικά) είμαι αδρανής, νωθρός
- (μαζί με κάποιον) συνουσιάζομαι, έρχομαι σε σαρκική επαφή
Εκφράσεις [
]
- κοιμάμαι και η τύχη μου δουλεύει: ευνοούμαι χωρίς να κοπιάζω
- κοιμάμαι κι ονειρεύομαι: ελπίζω σε κάτι ανέφικτο
- κοιμάμαι όρθιος: νυστάζω υπερβολικά ή δεν αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει γύρω μου
- κοιμάμαι τον αιώνιο ύπνο: είμαι νεκρός
- κοιμάμαι τον αξύπνητο: πεθαίνω
- κοιμάμαι τον ύπνο του δικαίου: δεν αντιλαμβάνομαι μια δυσάρεστη κατάσταση
- κοιμάμαι του καλού καιρού: κοιμάμαι βαθιά
- μ' αυτό το πλευρό να κοιμάσαι: για κάτι που δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί αντίθετα σε ελπίδες ή προσδοκίες
Παροιμίες [
]
- όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς
[
]
- κοιμηθιά
- κοίμηση
- κοιμήσης και κοιμίσης
- κοιμήσικα
- κοιμήσικος
- κοιμητήριο και κοιμητήρι
- κοιμίζω
- κοιμισμένος
- κοιμιστικός
Σύνθετα [
]
- αποκοιμάμαι
- βαριοκοιμάμαι
- γλυκοκοιμάμαι
- κακοκοιμάμαι
- λαγοκοιμάμαι
- μισοκοιμάμαι
- ξανακοιμάμαι
- ξενοκοιμάμαι
Μεταφράσεις [
]
κοιμάμαι