κοιμίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- κοιμίζω < αρχαία ελληνική κοιμίζω
Ρήμα [
]
κοιμίζω
- κάνω κάποιον να κοιμηθεί
- (μεταφορικά) ηρεμώ κάποιον
- αποπροσανατολίζω κάποιον, τον παραπλανώ για να μην αντιληφθεί ένα πρόβλημα
- Η υποκουλτούρα διοχετεύεται από την εξουσία για να κοιμίζει το λαό. (από την εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 1 Οχτώβρη 2003)
- (προφορικό) χορηγώ σε κάποιον αναισθητικό πριν από χειρουργική επέμβαση
- οι συγγενείς του αρρώστου ρωτούσαν αν οι γιατροί θα κοιμήσουν τον άνθρωπό τους για να τον χειρουργήσουν
[
]
- → δείτε τη λέξη: κοιμάμαι