κοινωνία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | κοινωνία | κοινωνίες |
| γενική | κοινωνίας | κοινωνιών |
| αιτιατική | κοινωνία | κοινωνίες |
| κλητική | κοινωνία | κοινωνίες |
[
]
Ετυμολογία
- κοινωνία < αρχαία ελληνική
[
]
Ουσιαστικό
κοινωνία θηλυκό
- σύνολο ανθρώπων που ζουν οργανωμένα και σύμφωνα με συγκεκριμμένους κανόνες
- στην αρχαιότητα υπήρχαν αρκετές μητριαρχικές κοινωνίες
- ο καπιταλισμός δεν πιστεύει στην αταξική κοινωνία
- (λόγιο) η συμμετοχή
[
] Εκφράσεις
- δεν έχω μούτρα να βγω στην κοινωνία
- κακούργα κοινωνία
- καλή κοινωνία
- κλειστή κοινωνία
- τι θα πει η κοινωνία
- υψηλή κοινωνία
[
]
[
]
Σύνθετα
- ελευθεροκοινωνία
- ενδοεπικοινωνία
- επικοινωνία
- παλιοκοινωνία
- ραδιοεπικοινωνία
- ραδιοτηλεπικοινωνία
- συγκοινωνία
- τηλεπικοινωνία