κοιτάζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

κοιτάζω < μεσαιωνική ελληνική < αρχαία ελληνική κοιτάζω < κοίτη

Open book 01.svg Ρήμα[]

κοιτάζω, παθ. φωνή: κοιτάζομαι, παθ. μτχ.: κοιταγμένος

  1. βλέπω κάτι, συγκεντρώνω το βλέμμα μου σε κάτι, παρατηρώ
  2. στρέφω το ενδιαφέρον και την προσοχή μου σε κάτι συγκεκριμένο, εξετάζω, ασχολούμαι με κάτι
    κοίτα τα δικά σου λάθη και άσε την κριτική στους άλλους
    • εξετάζω ένα θέμα υγείας ως ασθενής ή ως γιατρός έναν άρρωστο
      πήγαινε να κοιτάξεις την πίεσή σου
      πήγαινε να σε κοιτάξει κάνας γιατρός
    • φροντίζω έναν ηλικιωμένο
      Δεν έχει παιδιά. Ποιος θα τον κοιτάξει στα γεράματα;

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Plume ombre.png Κλίση[]

32πχ Μεταφράσεις[]