κοκ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κοκ < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
κοκ ουδέτερο
- είδος γλυκίσματος
- στερεό καύσιμο
[
]
Μεταφράσεις
κοκ