κοκκινίζω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- κοκκινίζω < κόκκινος
[
]
Ρήμα
κοκκινίζω
- χρωματίζω κάτι κόκκινο
- (στο σχολείο) κάνω πολλές διορθώσεις σε ένα γραπτό με κόκκινο στυλό
- τα μάγουλά μου αποκτούν έντονο κόκκινο χρώμα από ντροπή, συστολή κ.λπ
[
]
Μεταφράσεις
κοκκινίζω